«Οι ελληνικές τράπεζες είναι “θωρακισμένες” — με €9,7 δισ. στον λογαριασμό των DTCs»
Ισχυρό αποτύπωμα άφησε το α’ εξάμηνο του 2026 για τις τέσσερις συστημικές ελληνικές τράπεζες, με τη Moody’s να καταγράφει συνολικά καθαρά κέρδη περίπου 2,5 δισ. ευρώ και σημαντική βελτίωση στα βασικά μεγέθη τους.
Η άνοδος των καθαρών εσόδων από τόκους και προμήθειες, η ισχυρή πιστωτική επέκταση, το χαμηλότερο πιστωτικό κόστος και η διατήρηση υψηλών επιπέδων ρευστότητας και κεφαλαιακής επάρκειας συνθέτουν μια ιδιαίτερα θετική εικόνα για τον ελληνικό τραπεζικό κλάδο.
Ωστόσο, πίσω από τις ισχυρές επιδόσεις εξακολουθούν να υπάρχουν «βαρίδια» του παρελθόντος, με παλαιά προβληματικά ανοίγματα, κυρίως σε στεγαστικά δάνεια σε ελβετικό φράγκο και δάνεια με χαρακτηριστικά σταδιακής αύξησης επιτοκίου, να παραμένουν στο επίκεντρο.
Ακόμη, τα περιθώρια έχουν υποχωρήσει από τα υψηλά τους και η Moody’s αναμένει περαιτέρω πίεση, ειδικά αν τα επιτόκια παραμείνουν χαμηλά.
Την ίδια στιγμή, τα €9,7 δισ. DTCs αποτελούν περίπου 38% του CET1.
Η Moody’s θεωρεί ότι έχουν χαμηλότερη ικανότητα απορρόφησης ζημιών από τα πραγματικά ενσώματα ίδια κεφάλαια.
Ωστόσο, τονίζει ότι μειώνονται σημαντικά και ότι οι νομοθετικές αλλαγές επιταχύνουν τη διαδικασία, ενώ η κάλυψη των NPEs έχει μειωθεί – κάτι που οφείλεται κυρίως στην αξιοποίηση παλαιών provision overlays και όχι σε επιδείνωση της πιστωτικής ποιότητας.
Ανθεκτική κερδοφορία
Ειδικότερα, σύμφωνα με τη Moody’s, οι τέσσερις συστημικές τράπεζες στην Ελλάδα — Alpha Bank S.A. (Baa1/Baa2 Stable, baa3), Eurobank S.A. (Baa1/Baa1 Stable/Negative, baa3), Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. (Baa1/Baa1 Stable/Negative, baa3) και Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε. (Baa1/Baa2 Stable, ba1)— ανακοίνωσαν ανθεκτικά αποτελέσματα για το πρώτο εξάμηνο του 2026, με συνολικά καθαρά κέρδη περίπου 2,5 δισ. ευρώ.
Η κερδοφορία στηρίχθηκε στα ισχυρά καθαρά έσοδα από τόκους, στην πιστωτική επέκταση, στην επιτάχυνση των εσόδων από προμήθειες και στο συγκρατημένο πιστωτικό κόστος. Παράλληλα, η ποιότητα του ενεργητικού, η κεφαλαιακή επάρκεια και η ρευστότητα παρέμειναν σε ισχυρά επίπεδα.
Ενίσχυση των εσόδων και της κερδοφορίας
Τα συνολικά καθαρά έσοδα από τόκους (NII) αυξήθηκαν κατά περίπου 4,6% σε ετήσια βάση, φτάνοντας τα 4,3 δισ. ευρώ το πρώτο εξάμηνο του 2026. Η εξέλιξη αυτή αντιστρέφει τη μείωση που είχε καταγραφεί το 2025, καθώς η ισχυρή πιστωτική επέκταση, τα υψηλότερα έσοδα από το χαρτοφυλάκιο ομολόγων και η αύξηση των επιτοκίων από την κεντρική τράπεζα κατά το δεύτερο τρίμηνο του 2026 υπεραντιστάθμισαν την προηγούμενη συμπίεση των περιθωρίων.
Ισχυρή ήταν και η επίδοση των καθαρών εσόδων από προμήθειες και αμοιβές, τα οποία αυξήθηκαν κατά περίπου 25%, στα 1,45 δισ. ευρώ.
Ως αποτέλεσμα, οι προμήθειες αντιπροσώπευαν περίπου το 23% των συνολικών εσόδων, έναντι 20% ένα χρόνο νωρίτερα.
Παράλληλα, οι προβλέψεις για ζημιές από δάνεια μειώθηκαν κατά περίπου 24%, οδηγώντας το μέσο κόστος πιστωτικού κινδύνου (cost of risk) σε περίπου 44 μονάδες βάσης. Η μέση απόδοση ενσώματων ιδίων κεφαλαίων (RoTE) διαμορφώθηκε κοντά στο 15%.
Τα NPEs παραμένουν σε χαμηλά επίπεδα
Η ποιότητα του ενεργητικού παρέμεινε ισχυρή, με τον μέσο δείκτη μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων (NPE) να διαμορφώνεται περίπου στο 2,7% στα τέλη Ιουνίου 2026, έναντι 2,6% τον Δεκέμβριο του 2025. Με τον τρόπο αυτό, οι ελληνικές τράπεζες εξακολουθούν να βρίσκονται κοντά στον μέσο όρο των τραπεζών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο οποίος διαμορφώνεται στο 2,2%.
Η εικόνα αυτή υποστηρίχθηκε από τον περιορισμένο σχηματισμό νέων NPEs, τη συνεχιζόμενη οργανική μείωση του κινδύνου και την ισχυρή πιστωτική ανάπτυξη. Ωστόσο, η μέση κάλυψη των NPEs μέσω προβλέψεων υποχώρησε περίπου στο 80%, από 85%, παραμένοντας πάντως σε υψηλά επίπεδα σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά πρότυπα.
Ισχυρά εποπτικά κεφάλαια
Ο μέσος δείκτης Common Equity Tier 1 (CET1) των τεσσάρων τραπεζών υποχώρησε στο 15% στα τέλη Ιουνίου 2026, από 15,5% στο τέλος του 2025, ενώ ο μέσος δείκτης συνολικών κεφαλαίων μειώθηκε στο 19,8%, από 20,0%.
Η μέτρια αυτή υποχώρηση αντανακλά την ισχυρή ανάπτυξη των δραστηριοτήτων, τις εξαγορές και τις υψηλότερες διανομές προς τους μετόχους, οι οποίες αντισταθμίστηκαν εν μέρει από την υγιή εσωτερική δημιουργία κεφαλαίων.
Παράλληλα, οι αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις (Deferred Tax Credits – DTCs) συνέχισαν να μειώνονται, συμβάλλοντας στη σταδιακή βελτίωση της ποιότητας των κεφαλαίων.
Παρά τη μικρή υποχώρηση, οι κεφαλαιακοί δείκτες παραμένουν με άνετο περιθώριο πάνω από τις απαιτήσεις CET1 και παρέχουν στις τράπεζες δυνατότητα απορρόφησης ενδεχόμενων κραδασμών σε ένα περιβάλλον αυξημένων γεωπολιτικών κινδύνων.
Ισχυρή χρηματοδότηση και υψηλή ρευστότητα
Οι τέσσερις συστημικές ελληνικές τράπεζες εξακολουθούν να διαθέτουν ισχυρά προφίλ χρηματοδότησης και ρευστότητας, με βασικό στήριγμα τη σημαντική και σταθερή εγχώρια καταθετική βάση.
Οι καταθέσεις πελατών αυξήθηκαν κατά περίπου 9% σε ετήσια βάση τον Ιούνιο του 2026 και αντιπροσώπευαν περίπου το 74% της συνολικής χρηματοδότησης. Η συγκεκριμένη δομή περιορίζει την εξάρτηση από τις αγορές χονδρικής χρηματοδότησης και ενισχύει τη σταθερότητα των ισολογισμών.
Ο μέσος Δείκτης Κάλυψης Ρευστότητας (Liquidity Coverage Ratio – LCR) διαμορφώθηκε στο 201%, σημαντικά υψηλότερα από τον μέσο όρο του 154% που καταγράφηκε στις μεγάλες ευρωπαϊκές τράπεζες. Τον Ιούνιο του 2026 και οι τέσσερις τράπεζες πληρούσαν με άνεση τις ελάχιστες απαιτήσεις για ίδια κεφάλαια και επιλέξιμες υποχρεώσεις (MREL).
Παράλληλα, οι αποπληρωμές χρηματοδότησης προς την ΕΚΤ μείωσαν το ύψος των επιβαρυνόμενων στοιχείων ενεργητικού (asset encumbrance) και ενίσχυσαν τη διαθέσιμη ικανότητα άντλησης έκτακτης ρευστότητας, ενδυναμώνοντας την ανθεκτικότητα των ισολογισμών και τη χρηματοοικονομική ευελιξία.
Τα αποθέματα ρευστότητας είναι συγκεντρωμένα σε σημαντικό βαθμό σε ελληνικούς κρατικούς τίτλους, κυρίως κρατικά ομόλογα και έντοκα γραμμάτια του Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία αντιπροσωπεύουν περίπου το ήμισυ των επενδυτικών χαρτοφυλακίων των τραπεζών.
Οι τίτλοι αυτοί ταξινομούνται σε μεγάλο βαθμό ως διακρατούμενοι έως τη λήξη (held-to-maturity) και αποτιμώνται στο αποσβεσμένο κόστος, περιορίζοντας τη μεταβλητότητα των αποτελεσμάτων και την ευαισθησία των κεφαλαίων στις μεταβολές των επιτοκίων.
Παράλληλα, οι αποτελεσματικές πρακτικές διαχείρισης του επιτοκιακού κινδύνου μετριάζουν τις επιπτώσεις των υψηλότερων επιτοκίων στα χαρτοφυλάκια τίτλων.
Σε συνδυασμό με την ισχυρή καταθετική βάση, οι τράπεζες διατήρησαν τακτική πρόσβαση στις διεθνείς αγορές κεφαλαίων μέσω εκδόσεων χρέους, στο πλαίσιο της στρατηγικής τους για την επίτευξη των στόχων MREL, οι οποίοι κατέστησαν δεσμευτικοί το 2025.
Κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026, ο κλάδος άντλησε περίπου 3 δισ. ευρώ μέσω εκδόσεων χρέους, ενισχύοντας τη διαφοροποίηση των πηγών χρηματοδότησης και την ικανότητα απορρόφησης ζημιών.
Προοπτικές
Κοιτάζοντας μπροστά, η Moody’s αναμένει μέτρια περαιτέρω μείωση των δεικτών NPE, παρά τις οριακές εισροές νέων προβληματικών ανοιγμάτων στη λιανική τραπεζική. Οι νέες εισροές αφορούν κυρίως παλαιά στεγαστικά δάνεια με χαρακτηριστικά σταδιακής αύξησης του επιτοκίου (step-up features).
Οι περαιτέρω βελτιώσεις αναμένεται να προέλθουν κυρίως από την επανένταξη δανείων σε καθεστώς ομαλής εξυπηρέτησης (loan cures), την ενεργή διαχείριση των υπολειπόμενων προβληματικών ανοιγμάτων και τις αναδιαρθρώσεις, και όχι από μεγάλης κλίμακας συναλλαγές απομόχλευσης χαρτοφυλακίων.
Το υποστηρικτικό λειτουργικό περιβάλλον, η ανθεκτική ικανότητα αποπληρωμής των δανειοληπτών και τα χαμηλότερα επιτόκια αναμένεται να συνεχίσουν να διευκολύνουν την εξομάλυνση των εναπομεινάντων προβληματικών ανοιγμάτων, ιδιαίτερα στη λιανική τραπεζική και στις μικρές επιχειρήσεις.
Ωστόσο, ορισμένα ζητήματα ποιότητας ενεργητικού που προέρχονται από το παρελθόν εξακολουθούν να υφίστανται. Ανοίγματα που συνδέονται με στεγαστικά δάνεια σε ελβετικό φράγκο και με δάνεια σταδιακής αύξησης επιτοκίου (step-up loans) αντιμετωπίζονται σταδιακά μέσω διμερών συμφωνιών και λύσεων αναδιάρθρωσης. Η αναμενόμενη επίδρασή τους στους δείκτες ποιότητας ενεργητικού των τραπεζών θεωρείται, ωστόσο, περιορισμένη.
Αντίστοιχα, η πρόσφατη απόφαση του Αρείου Πάγου σχετικά με τη μεθοδολογία υπολογισμού των τόκων για στεγαστικά δάνεια που υπάγονται στον Νόμο Κατσέλη δεν αναμένεται να έχει ουσιώδη επίδραση στην ποιότητα του ενεργητικού, δεδομένου του σχετικά περιορισμένου ύψους των συγκεκριμένων ανοιγμάτων που εξακολουθούν να παραμένουν στο τραπεζικό σύστημα.
Οι καθοδικοί κίνδυνοι που προέρχονται από πιο ευάλωτες κατηγορίες δανειοληπτών μετριάζονται από τις ισχυρές επιδόσεις του επιχειρηματικού τομέα και τη συνεχιζόμενη πιστωτική επέκταση, η οποία υποστηρίζεται από έργα που χρηματοδοτούνται στο πλαίσιο του Μηχανισμού Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Recovery and Resilience Facility – RRF).
Οι νέες χορηγήσεις που συνδέονται με επενδύσεις του RRF στηρίζουν την ανάπτυξη των χαρτοφυλακίων εξυπηρετούμενων δανείων και συμβάλλουν στην περαιτέρω αραίωση της συμμετοχής των παλαιών προβληματικών στοιχείων ενεργητικού στο συνολικό χαρτοφυλάκιο.
Συνολικά, η Moody’s εκτιμά ότι οι δείκτες ποιότητας του ενεργητικού θα συνεχίσουν να βελτιώνονται και να συγκλίνουν προς τα ευρωπαϊκά πρότυπα, υποστηριζόμενοι από τις χαμηλές εισροές νέων προβληματικών δανείων, τη βελτίωση των αποθεμάτων προβλέψεων, την πιστωτική επέκταση και το ευνοϊκό λειτουργικό περιβάλλον.
Οι τάσεις αυτές αναμένεται να στηρίξουν περαιτέρω, αν και με πιο σταδιακό ρυθμό, τη βελτίωση των δεικτών πιστωτικής ποιότητας μεσοπρόθεσμα.







www.bankingnews.gr
Η άνοδος των καθαρών εσόδων από τόκους και προμήθειες, η ισχυρή πιστωτική επέκταση, το χαμηλότερο πιστωτικό κόστος και η διατήρηση υψηλών επιπέδων ρευστότητας και κεφαλαιακής επάρκειας συνθέτουν μια ιδιαίτερα θετική εικόνα για τον ελληνικό τραπεζικό κλάδο.
Ωστόσο, πίσω από τις ισχυρές επιδόσεις εξακολουθούν να υπάρχουν «βαρίδια» του παρελθόντος, με παλαιά προβληματικά ανοίγματα, κυρίως σε στεγαστικά δάνεια σε ελβετικό φράγκο και δάνεια με χαρακτηριστικά σταδιακής αύξησης επιτοκίου, να παραμένουν στο επίκεντρο.
Ακόμη, τα περιθώρια έχουν υποχωρήσει από τα υψηλά τους και η Moody’s αναμένει περαιτέρω πίεση, ειδικά αν τα επιτόκια παραμείνουν χαμηλά.
Την ίδια στιγμή, τα €9,7 δισ. DTCs αποτελούν περίπου 38% του CET1.
Η Moody’s θεωρεί ότι έχουν χαμηλότερη ικανότητα απορρόφησης ζημιών από τα πραγματικά ενσώματα ίδια κεφάλαια.
Ωστόσο, τονίζει ότι μειώνονται σημαντικά και ότι οι νομοθετικές αλλαγές επιταχύνουν τη διαδικασία, ενώ η κάλυψη των NPEs έχει μειωθεί – κάτι που οφείλεται κυρίως στην αξιοποίηση παλαιών provision overlays και όχι σε επιδείνωση της πιστωτικής ποιότητας.
Ανθεκτική κερδοφορία
Ειδικότερα, σύμφωνα με τη Moody’s, οι τέσσερις συστημικές τράπεζες στην Ελλάδα — Alpha Bank S.A. (Baa1/Baa2 Stable, baa3), Eurobank S.A. (Baa1/Baa1 Stable/Negative, baa3), Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. (Baa1/Baa1 Stable/Negative, baa3) και Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε. (Baa1/Baa2 Stable, ba1)— ανακοίνωσαν ανθεκτικά αποτελέσματα για το πρώτο εξάμηνο του 2026, με συνολικά καθαρά κέρδη περίπου 2,5 δισ. ευρώ.
Η κερδοφορία στηρίχθηκε στα ισχυρά καθαρά έσοδα από τόκους, στην πιστωτική επέκταση, στην επιτάχυνση των εσόδων από προμήθειες και στο συγκρατημένο πιστωτικό κόστος. Παράλληλα, η ποιότητα του ενεργητικού, η κεφαλαιακή επάρκεια και η ρευστότητα παρέμειναν σε ισχυρά επίπεδα.
Ενίσχυση των εσόδων και της κερδοφορίας
Τα συνολικά καθαρά έσοδα από τόκους (NII) αυξήθηκαν κατά περίπου 4,6% σε ετήσια βάση, φτάνοντας τα 4,3 δισ. ευρώ το πρώτο εξάμηνο του 2026. Η εξέλιξη αυτή αντιστρέφει τη μείωση που είχε καταγραφεί το 2025, καθώς η ισχυρή πιστωτική επέκταση, τα υψηλότερα έσοδα από το χαρτοφυλάκιο ομολόγων και η αύξηση των επιτοκίων από την κεντρική τράπεζα κατά το δεύτερο τρίμηνο του 2026 υπεραντιστάθμισαν την προηγούμενη συμπίεση των περιθωρίων.
Ισχυρή ήταν και η επίδοση των καθαρών εσόδων από προμήθειες και αμοιβές, τα οποία αυξήθηκαν κατά περίπου 25%, στα 1,45 δισ. ευρώ.
Ως αποτέλεσμα, οι προμήθειες αντιπροσώπευαν περίπου το 23% των συνολικών εσόδων, έναντι 20% ένα χρόνο νωρίτερα.
Παράλληλα, οι προβλέψεις για ζημιές από δάνεια μειώθηκαν κατά περίπου 24%, οδηγώντας το μέσο κόστος πιστωτικού κινδύνου (cost of risk) σε περίπου 44 μονάδες βάσης. Η μέση απόδοση ενσώματων ιδίων κεφαλαίων (RoTE) διαμορφώθηκε κοντά στο 15%.
Τα NPEs παραμένουν σε χαμηλά επίπεδα
Η ποιότητα του ενεργητικού παρέμεινε ισχυρή, με τον μέσο δείκτη μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων (NPE) να διαμορφώνεται περίπου στο 2,7% στα τέλη Ιουνίου 2026, έναντι 2,6% τον Δεκέμβριο του 2025. Με τον τρόπο αυτό, οι ελληνικές τράπεζες εξακολουθούν να βρίσκονται κοντά στον μέσο όρο των τραπεζών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο οποίος διαμορφώνεται στο 2,2%.
Η εικόνα αυτή υποστηρίχθηκε από τον περιορισμένο σχηματισμό νέων NPEs, τη συνεχιζόμενη οργανική μείωση του κινδύνου και την ισχυρή πιστωτική ανάπτυξη. Ωστόσο, η μέση κάλυψη των NPEs μέσω προβλέψεων υποχώρησε περίπου στο 80%, από 85%, παραμένοντας πάντως σε υψηλά επίπεδα σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά πρότυπα.
Ισχυρά εποπτικά κεφάλαια
Ο μέσος δείκτης Common Equity Tier 1 (CET1) των τεσσάρων τραπεζών υποχώρησε στο 15% στα τέλη Ιουνίου 2026, από 15,5% στο τέλος του 2025, ενώ ο μέσος δείκτης συνολικών κεφαλαίων μειώθηκε στο 19,8%, από 20,0%.
Η μέτρια αυτή υποχώρηση αντανακλά την ισχυρή ανάπτυξη των δραστηριοτήτων, τις εξαγορές και τις υψηλότερες διανομές προς τους μετόχους, οι οποίες αντισταθμίστηκαν εν μέρει από την υγιή εσωτερική δημιουργία κεφαλαίων.
Παράλληλα, οι αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις (Deferred Tax Credits – DTCs) συνέχισαν να μειώνονται, συμβάλλοντας στη σταδιακή βελτίωση της ποιότητας των κεφαλαίων.
Παρά τη μικρή υποχώρηση, οι κεφαλαιακοί δείκτες παραμένουν με άνετο περιθώριο πάνω από τις απαιτήσεις CET1 και παρέχουν στις τράπεζες δυνατότητα απορρόφησης ενδεχόμενων κραδασμών σε ένα περιβάλλον αυξημένων γεωπολιτικών κινδύνων.
Ισχυρή χρηματοδότηση και υψηλή ρευστότητα
Οι τέσσερις συστημικές ελληνικές τράπεζες εξακολουθούν να διαθέτουν ισχυρά προφίλ χρηματοδότησης και ρευστότητας, με βασικό στήριγμα τη σημαντική και σταθερή εγχώρια καταθετική βάση.
Οι καταθέσεις πελατών αυξήθηκαν κατά περίπου 9% σε ετήσια βάση τον Ιούνιο του 2026 και αντιπροσώπευαν περίπου το 74% της συνολικής χρηματοδότησης. Η συγκεκριμένη δομή περιορίζει την εξάρτηση από τις αγορές χονδρικής χρηματοδότησης και ενισχύει τη σταθερότητα των ισολογισμών.
Ο μέσος Δείκτης Κάλυψης Ρευστότητας (Liquidity Coverage Ratio – LCR) διαμορφώθηκε στο 201%, σημαντικά υψηλότερα από τον μέσο όρο του 154% που καταγράφηκε στις μεγάλες ευρωπαϊκές τράπεζες. Τον Ιούνιο του 2026 και οι τέσσερις τράπεζες πληρούσαν με άνεση τις ελάχιστες απαιτήσεις για ίδια κεφάλαια και επιλέξιμες υποχρεώσεις (MREL).
Παράλληλα, οι αποπληρωμές χρηματοδότησης προς την ΕΚΤ μείωσαν το ύψος των επιβαρυνόμενων στοιχείων ενεργητικού (asset encumbrance) και ενίσχυσαν τη διαθέσιμη ικανότητα άντλησης έκτακτης ρευστότητας, ενδυναμώνοντας την ανθεκτικότητα των ισολογισμών και τη χρηματοοικονομική ευελιξία.
Τα αποθέματα ρευστότητας είναι συγκεντρωμένα σε σημαντικό βαθμό σε ελληνικούς κρατικούς τίτλους, κυρίως κρατικά ομόλογα και έντοκα γραμμάτια του Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία αντιπροσωπεύουν περίπου το ήμισυ των επενδυτικών χαρτοφυλακίων των τραπεζών.
Οι τίτλοι αυτοί ταξινομούνται σε μεγάλο βαθμό ως διακρατούμενοι έως τη λήξη (held-to-maturity) και αποτιμώνται στο αποσβεσμένο κόστος, περιορίζοντας τη μεταβλητότητα των αποτελεσμάτων και την ευαισθησία των κεφαλαίων στις μεταβολές των επιτοκίων.
Παράλληλα, οι αποτελεσματικές πρακτικές διαχείρισης του επιτοκιακού κινδύνου μετριάζουν τις επιπτώσεις των υψηλότερων επιτοκίων στα χαρτοφυλάκια τίτλων.
Σε συνδυασμό με την ισχυρή καταθετική βάση, οι τράπεζες διατήρησαν τακτική πρόσβαση στις διεθνείς αγορές κεφαλαίων μέσω εκδόσεων χρέους, στο πλαίσιο της στρατηγικής τους για την επίτευξη των στόχων MREL, οι οποίοι κατέστησαν δεσμευτικοί το 2025.
Κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026, ο κλάδος άντλησε περίπου 3 δισ. ευρώ μέσω εκδόσεων χρέους, ενισχύοντας τη διαφοροποίηση των πηγών χρηματοδότησης και την ικανότητα απορρόφησης ζημιών.
Προοπτικές
Κοιτάζοντας μπροστά, η Moody’s αναμένει μέτρια περαιτέρω μείωση των δεικτών NPE, παρά τις οριακές εισροές νέων προβληματικών ανοιγμάτων στη λιανική τραπεζική. Οι νέες εισροές αφορούν κυρίως παλαιά στεγαστικά δάνεια με χαρακτηριστικά σταδιακής αύξησης του επιτοκίου (step-up features).
Οι περαιτέρω βελτιώσεις αναμένεται να προέλθουν κυρίως από την επανένταξη δανείων σε καθεστώς ομαλής εξυπηρέτησης (loan cures), την ενεργή διαχείριση των υπολειπόμενων προβληματικών ανοιγμάτων και τις αναδιαρθρώσεις, και όχι από μεγάλης κλίμακας συναλλαγές απομόχλευσης χαρτοφυλακίων.
Το υποστηρικτικό λειτουργικό περιβάλλον, η ανθεκτική ικανότητα αποπληρωμής των δανειοληπτών και τα χαμηλότερα επιτόκια αναμένεται να συνεχίσουν να διευκολύνουν την εξομάλυνση των εναπομεινάντων προβληματικών ανοιγμάτων, ιδιαίτερα στη λιανική τραπεζική και στις μικρές επιχειρήσεις.
Ωστόσο, ορισμένα ζητήματα ποιότητας ενεργητικού που προέρχονται από το παρελθόν εξακολουθούν να υφίστανται. Ανοίγματα που συνδέονται με στεγαστικά δάνεια σε ελβετικό φράγκο και με δάνεια σταδιακής αύξησης επιτοκίου (step-up loans) αντιμετωπίζονται σταδιακά μέσω διμερών συμφωνιών και λύσεων αναδιάρθρωσης. Η αναμενόμενη επίδρασή τους στους δείκτες ποιότητας ενεργητικού των τραπεζών θεωρείται, ωστόσο, περιορισμένη.
Αντίστοιχα, η πρόσφατη απόφαση του Αρείου Πάγου σχετικά με τη μεθοδολογία υπολογισμού των τόκων για στεγαστικά δάνεια που υπάγονται στον Νόμο Κατσέλη δεν αναμένεται να έχει ουσιώδη επίδραση στην ποιότητα του ενεργητικού, δεδομένου του σχετικά περιορισμένου ύψους των συγκεκριμένων ανοιγμάτων που εξακολουθούν να παραμένουν στο τραπεζικό σύστημα.
Οι καθοδικοί κίνδυνοι που προέρχονται από πιο ευάλωτες κατηγορίες δανειοληπτών μετριάζονται από τις ισχυρές επιδόσεις του επιχειρηματικού τομέα και τη συνεχιζόμενη πιστωτική επέκταση, η οποία υποστηρίζεται από έργα που χρηματοδοτούνται στο πλαίσιο του Μηχανισμού Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Recovery and Resilience Facility – RRF).
Οι νέες χορηγήσεις που συνδέονται με επενδύσεις του RRF στηρίζουν την ανάπτυξη των χαρτοφυλακίων εξυπηρετούμενων δανείων και συμβάλλουν στην περαιτέρω αραίωση της συμμετοχής των παλαιών προβληματικών στοιχείων ενεργητικού στο συνολικό χαρτοφυλάκιο.
Συνολικά, η Moody’s εκτιμά ότι οι δείκτες ποιότητας του ενεργητικού θα συνεχίσουν να βελτιώνονται και να συγκλίνουν προς τα ευρωπαϊκά πρότυπα, υποστηριζόμενοι από τις χαμηλές εισροές νέων προβληματικών δανείων, τη βελτίωση των αποθεμάτων προβλέψεων, την πιστωτική επέκταση και το ευνοϊκό λειτουργικό περιβάλλον.
Οι τάσεις αυτές αναμένεται να στηρίξουν περαιτέρω, αν και με πιο σταδιακό ρυθμό, τη βελτίωση των δεικτών πιστωτικής ποιότητας μεσοπρόθεσμα.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών